Ο Ποντιακός Εθνικός Ύμνος!
.Εδω υπαρχει και το βιντεο απο το youtube
http://www.youtube.com/watch?v=HiEOAcrUIpw
Πέντε οσπίτια έχτισα κι ασ’όλα ξεσπίτουμαι Πρόσφυγας είμ’ασο κουνί μ’, Θε μ’ θα παλαλούμαι. Πατρίδα μ αραεύω σε αμόν καταραμένος Σα ξένα είμαι Έλληνας και σην Ελλάδαν ξένος Όσπιτα 'θεκα ανάμεσα σ’ορμήν και ποταμάκρη Πεγάδια μαρμαρόχτιστα, νερόν αμόν το δάκρυ. Πατρίδα μ αραεύω σε αμόν καταραμένος Σα ξένα είμαι Έλληνας και σην Ελλάδαν ξένος Και τώρα αδακές διψώ νερό να πίνω ’κι έχω Εντρέπομαι να ψάλαβω τα χείλοπα μ να βρέχω
Ὁ Τοῦρκος καὶ ὁ ραγιᾶς.Δυστυχώς η Ελλάδα εξακολουθεί να φλέγεται ανεξέλεγκτα. Χωρίς καμία διάθεση υπερβολής, πρόκειται για τη μεγαλύτερη καταστροφή που γνώρισε ο τόπος από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι σήμερα. Φυσικά και προέχει να βοηθήσουμε όλοι με όποιον τρόπο μπορούμε στο έργο της κατάσβεσης. Μακάρι να είχε αναπτυχθεί ο εθελοντισμός σ' αυτή τη χώρα ώστε να μπορούσαμε όλοι να αναλάβουμε συγκεκριμένα πόστα και συγκεκριμένες αρμοδιότητες. Μακάρι να είχαμε εκπαιδευτεί ώστε να γνωρίζουμε επακριβώς τι πρέπει να κάνουμε σε μια τέτοια περίπτωση. Μακάρι να είχαμε στη διάθεση μας τα απαραίτητα μέσα και μία ικανή ηγεσία για να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά το ολοκαύτωμα. Όμως ο εθελοντισμός υπήρξε χρήσιμος μόνο για να στηρίξουμε αφιλοκερδώς τους Ολυμπιακούς Αγώνες των χορηγών. Τώρα που κινδυνεύει να καεί ακόμα και η ίδια η Αρχαία Ολυμπία, πού είναι όλοι εκείνοι που μιλούσαν για αρχαίο πνεύμα αθάνατο και εθνικά μεγαλεία; Με ποιό δικαίωμα αφήνουν μία ολόκληρη χώρα στο έλεος πυρκαγιών που κάθε άλλο παρά θεομηνίες είναι; Πώς είναι δυνατόν να μιλάνε για εκλογές και ψήφους;
Δε θα κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια να ακούμε υποσχέσεις και ευφάνταστες θεωρίες αποποίησης κυβερνητικών ευθυνών. Διαδώστε με κάθε μέσο το παρακάτω μήνυμα για μία πρώτη μαζική αντίδραση ενάντια στο πρωτοφανές έγκλημα που συντελείται στη χώρα μας:
ΑΦΗΣΑΤΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΣΤΑΧΤΗ. ΓΙΑΤΙ;
ΟΛΟΙ ΣΕ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ.
Τετάρτη 29 Αυγούστου, στις 7 το απόγευμα. Στην πλατεία Συντάγματος και σε κάθε κεντρική πλατεία κάθε πόλης σε ολόκληρη τη χώρα. Φορώντας μαύρα.
Αποδοκιμάζουμε το αίσχος χωρίς πολύχρωμες σημαίες. Πενθούμε για την απώλεια των συνανθρώπων μας χωρίς να συνδέουμε την πρωτοφανή καταστροφή με προεκλογικές σκοπιμότητες. Δίνουμε το παρόν και στεκόμαστε απειλητικά απέναντι σε οποιονδήποτε επιχειρήσει να εκμεταλλευτεί την τραγωδία για οποιοδήποτε όφελος.
ΤΟ ΠΟΤΗΡΙ ΞΕΧΕΙΛΙΣΕ.
Αντιγράψτε το παραπάνω μήνυμα και στείλτε το παντού με SMS ή e-mail. Αναρτήστε το banner στο site ή το blog σας. Τυπώστε το και μοιράστε το όπου μπορείτε. Ενημερώστε φίλους, γνωστούς, τα ΜΜΕ και όποιες τοπικές οργανώσεις ή φορείς πιστεύετε ότι θα θελήσουν να διαμαρτυρηθούν μαζί μας. Και προ παντός, κατεβείτε στους δρόμους και τις πλατείες την Τετάρτη, όπου κι αν βρίσκεστε. Αυτό το κακό δεν πρόκειται να το αφήσουμε να περάσει έτσι.
------------------------------------------------------------Αναδημοσιευω ενα κειμενο απο το ενδιαφερον μπλογκ του Κρατυλου :P
Ὁ Παναγιώτης Κανελλόπουλος (1902-1986) ὑπῆρξε φιλόσοφος, νομικός, κοινωνιολόγος, ἱστορικός, πολιτικὸς καὶ ἀκαδημαϊκός. Ἐσπούδασε νομικὰ καὶ πολιτικὲς ἐπιστήμες στὰ Πανεπιστήμια Ἀθηνῶν καὶ Xαϊδελβέργης. Εἰκοσιενὸς μόλις ἐτῶν ἦταν ἤδη διδάκτωρ τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Χαϊδελβέργης, εἴκοσι ἑπτὰ ἐτῶν ὑφηγητὴς καὶ τριάντα ἑνὸς ἐτῶν καθηγητὴς Κοινωνιολογίας τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνών. Ἐπολέμησε ὡς ἐθελοντὴς τὸ 1940-41 στὴν Βόρειο Ἤπειρο (καίτοι πολιτικὸς ἐξόριστος), ἀνέπτυξε δὲ κατόπιν ἀντιστασιακὴ δράσι στὴν Ἑλλάδα καὶ στὴν Μέση Ἀνατολή. Πολλὲς φορὲς βουλευτὴς καὶ ὑπουργός, καὶ γιὰ δύο σύντομες περιόδους (Νοέμ. 1945 καὶ Ἀπρ. 1967) πρωθυπουργός. Τὸ 1959 ἐξελέγη ἀκαδημαϊκός. Συγγραφεὺς πολλῶν φιλοσοφικῶν, ἱστορικῶν, κοινωνιολογικῶν, δοκιμιακῶν κ.ἄ. ἔργων, μὲ κορυφαῖο τὴν ἐνδεκάτομη «Ἱστορία τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Πνεύματος», κ.ἄ. ὅπως «Γεννήθηκα τὸ 1402», «Πέντε ἀθηναϊκοὶ διάλογοι» - προτείνω τὸ τελευταῖο.Ανδρέας Αποστόλου
Αντιπρόεδρος Ένωσης Κυπρίων Φοιτητών (ΕΦΕΚ) Αθηνών
Εκπρόσωπος Δράσις - Κ.Ε.Σ.
Mετά από μια βόλτα στην παραλιακή οδό της Λάρνακας όπου πήγα για να απολαύσω τον καφέ μου, ήρθα σπίτι και άνοιξα την τηλεόραση στο δωμάτιο μου για να παρακολουθήσω την αγαπημένη μου σειρά. Ήταν 10 παρά 10 ,έμεναν ακόμα 10 λεπτά αλλά είχα συντονίσει το δέκτη μου. Φαίνεται η σειρά δεν ήταν και τόσο δημοφιλής και οι διαφημίσεις δεν αρκούσαν για να καλύψουν το δεκάλεπτο κενό. Ο υπάλληλος του καναλιού έβγαλε από την σκονισμένη κάσσια μια παλιά βιντεοταινία άπαυτες που τράβηξαν μετά το 1974 για να «ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΜΕ». Είδα το λιμάνι της Κερύνειας και το κάστρο. Αλήθεια είχα καιρό να το δω στην τηλεόραση. Φαίνεται δεν πουλάει. Ο μεγάλος δείκτης πήγε στο 12. Η ώρα ήταν 10 ακριβώς.
Το φιλμάκι διακόπηκε για να αρχίσει η σειρά. Μου κόπηκε η όρεξη και η διάθεση για να την παρακολουθήσω. Όχι τόσο για το περιεχόμενο του ντοκιμαντέρ αλλά για τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιήθηκε για να γεμίσει ένα τηλεοπτικό κενό. Πήρα μολύβι και χαρτί γιατί ωρίμασε ο καιρός για να γράψω και εγώ κάτι. Έτσι απλά μου έδοξε να γράψω. Να γράψω αυτά που βλέπω, αυτά που ακούω αυτά που πολλοί μπορεί να μην κατανοήσουν ποτέ. Να γράψω αυτά που βράζουν σαν λάβα μέσα μου και αν δεν τα βγάλω θα λιώσουν την ψυχή μου.
Με κούρασαν οι μπλε και οι κόκκινες σημαιούλες σας. Με κούρασαν οι κύριοι με τις γραβάτες που βγαίνουν κάθε μέρα στο γυαλί. Τα αυτιά μου βουήζουν ακόμα με τα πολιτικά συνθήματα που άκουσα το βράδυ της 21ης Μαΐου (βουλευτικές εκλογές).
Άνθρωποι, νέοι δυστυχώς , με τα ‘ιερά λάβαρα’ των κομμάτων στα χέρια να βγαίνουν στους δρόμους για να πανηγυρίσουν ψεύτικες νίκες. Να πανηγυρίσουν για κομματικούς πατριωτισμούς και συσπειρώσεις.
Τη νύκτα εκείνη που εσείς αδέρφια μπλε και εσείς αδέρφια κόκκινα βριζόσασταν στους δρόμους και γιουχαΐζατε ο ένας τον άλλο στο συνεδριακό, κάπου γινόταν σεισμός. Κάπου σε μια περιοχή της Λευκωσίας που ονομάζεται ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΑ ΜΝΗΜΑΤΑ, οι τάφοι έτρεμαν. Οι τάφοι έτρεμαν γιατί ο Υπαρχηγός από τη Λύση δεν έπεσε ούτε για το ΑΓΓΕΛΑΚΙ ούτε για το ΣΦΥΡΟΔΡΕΠΑΝΟ. Έπεσε για τη σημαία την μπλε με το λευκό σταυρό που οι μισοί την καίτε και οι άλλοι μισοί την εκμεταλλεύεστε και την καπηλεύεστε για κομματικά οφέλη και προσωπικά συμφέροντα. Με αυτή τη λογική θα πηγαίνουμε μόνο για καφέ στην Κερύνεια τα απογεύματα. Με αυτά τα μυαλά θα κάνουμε μόνο τουρισμό στο Βαρώσι. Μας αξίζει ένα καλύτερο μέλλον σ΄αυτή τη γη που μας μεγάλωσε. Αυτή τη γη που την πήραν οι γονείς μας ελεύθερη και μας την παρέδωσαν μοιρασμένη. Την τύχη αυτής της γης την κρατάμε ΕΜΕΙΣ στα χέρια μας.
Αυτή η γη δεν είναι βαμμένη με τα χρώματα που βάφετε τα γήπεδα, τα καφενεία, και τα σωματεία σας.
Αυτή η γη δεν είναι βαμμένη με το δικό σας μπλε ούτε με το δικό σας κόκκινο. Αυτή η γη είναι βαμμένη με το μπλε της Ελλάδας και το κόκκινο του αίματος.
ΑΥΤΗ Η ΓΗ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΓΙΑ ΝΑ ΖΕΙ ΕΛΕΥΘΕΡΗ.
ΑΥΤΗ Η ΓΗ ΜΑΣ ΓΕΝΝΗΣΕ ΓΙΑ ΝΑ ΖΟΥΜΕ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ.
Αναδημοσιευση απο αντιβαρο
Φαίδων Χατζάκης
Αντίβαρο, Μάιος 2007
Ιστορικά τεκμήρια που πρέπει να κάνουν την Ρεπούση και την κάθε Ρεπούση να ντρέπονται… [N-A.gr]
Απόσπασμα από τον Τύπο του 1922 για την καταστροφή της Σμύρνης:
Συντάκτης μας επεσκέφθη ξένον διπλωμάτην επιστρέψαντα εκ Σμύρνης δια του γαλλικού θωρηκτού “Λαμαρτίνος”. Ο εν λόγω ξένος παρέμεινεν εις τον λιμένα της Σμύρνης περί το εικοσιτετράωρον και απεβιβάσθη δι’ ολίγην ώραν και εις την Σμύρνην. Αι εντυπώσεις του από την μαρτυρικήν πόλιν, τας οποίας ευηρεστήθη να μας εκθέση, ζωγραφίζουν με πολύ μελανά χρώματα την εν Σμύρνη κατάστασιν.
Εζήσαμεν, λέγει ο επίσημος ξένος, κατά την εικοσιτετράωρον παραμονήν μας εις τον λιμένα της Σμύρνης, μέσα εις μιαν αποπνικτικήν ατμόσφαιραν τρόμου. Αι τραγωδίαι που εξετυλίσσοντο ολίγα μέτρα μακράν μας επίεζαν τα στήθη, μας έπνιγαν. Τα κύμματα εξέβραζαν τριγύρω εις το πλοίον μας επιπλέοντα πτώματα ανδρών παραμορφωμένων και γυναικών γυμνών.
Το πτώμα μιας γυναικός γυμνής με τρομακτικάς πληγάς εις το σώμα της, με τα μαλλιά ξέπλεκα, έπλεε επί πολλήν ώραν κοντά εις τον “Λαμαρτίνον”. Μια δυσωδία αποσυντεθειμένων πτωμάτων εγέμιζε βαρειά την ατμόσφαιραν…
-Απεβιβάσθητε εις την πόλιν της Σμύρνης;
-Ναι, έπρεπε να συναντήσω τας εκεί αρχάς της χώρας μου και απεβιβάσθην, παρ’ όλας τας προσπάθειας των περί εμέ όπως με αποτρέψουν.
Οι δρόμοι της πόλεως ήσαν έρημοι, νεκροί, από καιρού δε εις καιρόν ηκούοντο πυροβολισμοί. Η συγκοινωνία εις τας οδούς έχει εντελώς διακοπή. Είναι πολύ επικίνδυνον, άλλωστε, να κυκλοφορή κανείς εις τους δρόμους κυρίως εις τους εσωτερικούς δρόμους της πόλεως, διότι περιφέρονται ομάδες ατάκτων, αι οποίαι δεν φείδονται ουδενός. Ήτο τρομερά η ολιγόχρονος διαμονή μου εις Σμύρνην. Εζούσα μέσα εις μίαν βαρείαν πνιγηράν ατμόσφαιραν. Παντού αντίκρυζα ζωντανήν την εικόναν του τρόμου και της καταστροφής.
( Ελεύθερον Βήμα, 16 Σεπτεμβρίου 1922 )
Λιμάνι Σμύρν… Μα όχι. Δεν υπάρχει πια Σμύρνη! Υπήρξεν. Είν’ ένας τόπος φλεγόμενος και καπνίζων τώρα, γεμάτος από βοήν και αλαλαγμόν, από κοπετούς και από θρήνους, από τους σπαραγμούς του θανάτου, από φρικιώδη ερείπια.
Η απαισιωτέρα κόλασις επάνω εις την γην. Μη μου ζητάτε περιγραφές.
Από την γέφυραν του πλοίου, επάνω εις το οποίον ευρίσκομαι αυτήν την ταραχώδη Σεπτεμβριανήν νύκταν εδώ κάτω, όπου με παρέσυρε το δημογραφικόν καθήκον και η στοργική ανάμνησις της αγαπημένης Σμύρνης, έχω τα μάτια μου πεταγμένα έξω από τις κόγχες των εκ φρίκης. Και όμως δεν βλέπω.
( Ελεύθερον Βήμα, 17 Σεπτεμβρίου 1922 )
Η καταστροφή της Σμύρνης και οι ξένοι
Μια μαρτυρία που προέρχεται από αδιάσειστα αντικειμενική πηγή: Τον τότε πρόξενο των ΗΠΑ στη Σμύρνη Τζωρτζ Χόρτον, που παρακούοντας τις διαταγές του Αμερικανού Ύπατου Αρμοστή στην Κωνσταντινούπολη έκανε ό,τι μπόρεσε για να σώσει Χριστιανούς.
Στο βιβλίο “The Blight of Asia” -Νέα Υόρκη 1926- τονίζει πως μονάχα η καταστροφή της Καρχηδόνας από τους Ρωμαίους μπορεί να συγκριθεί με τη συμφορά της Σμύρνης. Και προσθέτει:
“Όπως το αντιτορπιλικό ξεμάκραινε από τη φοβερή σκηνή και το σκοτάδι απλωνόταν, οι φλόγες, που φυσομανούσαν πια σε μεγάλο μέρος της πολιτείας, λάμπανε όλο και περισσότερο, δημιουργώντας ένα σκηνικό απαίδιας και μακάβριας ομορφιάς. Ωστόσο στην Καρχηδόνα δεν υπήρχε κανένας Χριστιανικός στόλος ν’ ατενίζει αδιάφορα τη συμφορά, που γι’ αυτήν υπεύθυνες ήταν οι κυβερνήσεις τους. Στην Καρχηδόνα δε βρίσκονταν αμερικανικά καταδρομικά“.
Και προσθέτει:
“Μια στο βρόντο οβίδα που θα έσκαγε πάνω από την τουρκική συνοικία θα συγκρατούσε τη θηριωδία των Τούρκων“. Μα η οβίδα αυτή δεν ρίχτηκε. Τα συμφέρωντα είχαν στομώσει τις μπούκες των κανονιών του πανίσχυρου συμμαχικού στόλου. Κι έτσι με πύρινα γράμματα γράφτηκαν στην ιστορία της ανθρωπότητας τούτοι εδώ οι αριθμοί:
700.000 Νεκροί
1.500.000 Πρόσφυγες
( Δημήτρη Φωτιάδη, Ενθυμήματα, 1981 )
Θα πάρουν φωτιά οι ουρανοί
… από την Σμύρνη έφτανε στο Κορδελιό η ανταύγεια της φωτιάς που αντανακλούσε στις προσόψεις των κτιρίων και κοκκίνιζαν σαν το αίμα που εχύνετο στη Σμύρνη. Μέχρι μέσα στο μεγάλο σαλόνι έφτανε η κόκκινη ανταύγεια και όλα κοκκίνιζαν μέσα στο σπίτι. Ο καιρός ήταν συννεφιά και η ανταύγεια αυτή έφτασε στα σύννεφα, νόμιζες ότι έφτασε η Δευτέρα Παρουσία και ότι θα πάρουν φωτιά οι ουρανοί. Το θέαμα ήταν τρομακτικό, ακούγαμε το μουγκρητό της φωτιάς, τις φωνές εκατοντάδων χιλιάδων γυναικοπαίδων που ζητούσαν βοήθεια…
( Κ. Πολίτη, “Μικρά Ασία”, 1975 )
Ζήσε κόρη μου, για τα άλλα σου παιδιά
Ήμασταν στην Πούντα. Στέκαμε γραμμή για να μπαρκάρουμε. Ό,τι είχαμε, μπόγους, βαλίτσες, τα πετούσαν για να περάσουν. Πέρασε η μητέρα μου, η αδερφή μου έπεσε κάτω, ο κόσμος την πατούσε, δεν μπορούσε να σηκωθεί.
Ένας στρατιώτης καθώς βάσταγε το μωρό της, το τρύπησε με την ξιφολόγχη. Το πέρασε από τη μια άκρια της φασκιάς ως την άλλη. Τι να κάνει; Το ‘βαλε σε μιαν ακρούλα.
“Ζήσε κόρη μου, για τα άλλα σου παιδιά” της είπε η μάνα μας. Εγώ ακόμη δεν είχα περάσει τη ζώνη και με τραβά ένας Τουρκαλάς από το χέρι και μου λέει:
“Ντουρ, μωρή“.
Βάζω κάτι φωνές, κάτι κλάματα. Φωνές και η μάνα μου. Πέρασαν πεντέξι, εμένα πού να μ’ αφήσει να περάσω.
“Αχ παιδάκι μου” λέει η μάνα μου. Πέφτει κάτω και λιποθυμά. Στο μεταξυ΄ο Τούρκος μου δίνει ένα σκαμπίλι, που άστραψε το φως μου. “Τσικάρ παρά” λέει.
Θυμήθηκα το πεντόλιρο, του το ‘δωσα. Μ’ αυτό γλύτωσα. Μου δίνει μια σπρωξιά. Πέφτω κάτω. Κι έσπασα τα γόνατά μου. Έχασα και ένα παπούτσι μου. Πέταξα και το άλλο στη θάλασσα. Εκεί πια οι Ιταλοί μας ανέβασαν αγκαλιά στο καράβι.
Οι Γάλλοι δείξαν βρωμερή στάση. Όσοι κατάφεραν να σκαρφαλώσουν στα καράβια τους, τους ρίχναν πίσω στη θάλασσα. Και τα παλικάρια, πιο πολύ τα παλικάρια ξανάριχναν στο νερό. Σαν τους βλέπαν να ζυγώνουν τους πετούσαν ζεματιστό νερό για να μην μπορέσουν ν’α νέβουν. Οι Εγγλέζοι κάναν, ό,τι κάναν, μα σαν πήγαινε κανείς στα πλοία τους για να σωθεί, τον δέχονταν καλά. Δεν τον διώχναν.
( Η Έξοδος, τ. Α’, Μαρτυρία Άννας Καραπέτσου )
Θεέ μου, κοιτάξτε τη μαούνα
Έτρεχα κι εγώ, μαζί με όλους, μη ξέροντας πού. Μερικοί έτρεξαν σε μια αποβάθρα. και άρχισαν να πηδάνε μέσα σε μια μαούνα που ήτανε εκεί. Η μαούνα γέμισε. “Όχι άλλους, θα βουλιάξουμε“, φώναζαν και έκαναν κουπιά με τα χέρια τους να απομακρυνθούν. Εμείς κοιτάζαμε.
Μερικοί έλεγαν: “Αυτοί γλίτωσαν το μαχαίρι, ίσως φτάσουν σε κανένα πλοίο να σωθούν“. Ακούστηκε ένας τρομερός κρότος και η αποβάθρα υποχώρησε από το πολύ βάρος του κόσμου. Εκατοντάδες άνθρωποι έπεσαν στα βαθιά νερά. Η μαμά μας έμεινε εμβρόντητη, ενώ εμείς την τραβούσαμε απάνω, το ένα της πόδι ήτανε στο κενό. Η θάλασσα κόχλαζε από χέρια και πόδια. Όσοι ήταν κοντά πιάστηκαν για να βγουν. Αλλά οι Τούρκοι δεν άργησαν να μαζευτούν πιο λυσσασμένοι. Άρχισαν να πυροβολούν μέσα στη θάλασσα, όσους κολυμπούσαν. Σ’ έναν, που είχε κατορθώσει να πιαστεί για ν’ ανέβει, με μια σπαθιά του έκοψαν και τα δύο χέρια, που έμειναν σφιχτά γαντζωμένα, ενώ ο ίδιος, με μάτια γεμάτα τρόμο, χάθηκε στο νερό.
Εμείς τρέχαμε να σωθούμε μέσα στον κόσμο που συνέχιζε το δρόμο του. Για μια στιγμή η Ρόζα φώναξε:
-Θεέ μου, κοιτάξτε τη μαούνα!
Όσοι δεν ξέρανε κολύμπι, είχαν ανέβει κι από το βάρος έγειρε κι έπεσαν όλοι στη θάλασσα. Από τον κόσμο αυτό, κανείς δε γλίτωσε.
( Ανζέλ Κουρτιάν, Τα τετράδια… )
Χιλιάδες μυριάδες Χριστιανοί είχαν πια σωριαστεί στις ακρογιαλιές της Μικράς Ασία, ελπίζοντας να σωθούν, ας είναι και κολυμπώντας. Οι πρώτοι Τούρκοι είχαν φτάσει μπρος στη Σμύρνη. Δεν τους συγκρατούσε τίποτα. Χυθήκανε μέσα στην πολιτεία σφάζοντας, αρπάζοντας. Οι πρώτες φωτιές είχαν κιόλας ανάψει, κόρωναν. Μεσ’ στην παραζάλη, μανάδες χάνουν τα παιδιά, ο άντρας τη γυναίκα. Οι ξένοι κάνουν ακόμα μιαν επαίσχυντη πράξη.
Τα καράβια τους σαλπάρουν, χωρίς να σώσουν από του χάρου τα δόντια τους δύστυχους Χριστιανούς, που πηδάνε στο νερό παρακαλώντας “βοήθεια! βοήθεια!“. Κι αν πρόκανε κανένας και κρεμάστηκε από μια κουπαστή ή από καμιά σκάλα καραβιού, του λύνουνε τα χέρια με το ζόρι, με τον κόπανο, ίσως με το μαχαίρι. Θηριωδίες, θα πεις, ανάκουστες. Φοβήθηκαν τάχα οι ξένοι καπεταναίοι να μη βουλιάξουν τα καράβια τους από το παραφόρτωμα;
Αντίκρυ η Σμύρνη καίγεται, τριζοβολάει μέσα στις φλόγες, πνίγεται στους καπνούς τους μαύρους. Το Και -η παραλία- πνιγμένη στον κόσμο, που δέρνεται μ’ αλλοφροσύνη, ποιος να σωθεί. Οι φλόγες μανιάζουν δέκα, είκοσι το πολύ μέτρα πίσω τους. Μπροστά η θάλασσα με τα ξέχειλα καράβια, που επιπλέουν, με τα βρώμικα νερά, να σωθούνε, να σωθούνε, να σωθούνε!…
( Θ. Πετσάλη-Διομήδη, Σελίδες τραγωδίας, περιοδικό Νέα Εστία, Μνήμη Μικράς Ασίας, Χριστούγεννα 1972, (Τεύχος 1091), σ. 50 )
Πηγή: “Ιστορία Νεότερη και Σύγχρονη”, τεύχος Β’, για την Γ’ Ενιαίου Λυκείου.
Το επόμενο κείμενο περί φασισμού είναι αφιερωμένο σε όλους τους γνωστούς αποδέκτες. Γραμμένο παραπάνω από 1 χρόνο πριν. Επίκαιρο πάντα. Οι υπογραμίσεις δικές μας:
...
Ας πάρουμε, λοιπόν, ένα προς ένα, τα σημεία όπου εστιάζει ο Έκο.
Το πρώτο χαρακτηριστικό του φασισμού είναι η λατρεία της παράδοσης. Η λατρεία της παράδοσης γεννήθηκε τους ελληνιστικούς χρόνους, ως αντίδραση στον ελληνικό ορθολογισμό, και συνεχίστηκε επάξια στη δύση από τους ρωμαιοκαθολικούς ως αντίδραση στον νέο ορθολογισμό που προέκυψε από τη γαλλική επανάσταση. Η κεντρική ιδέα αυτού του κινήματος είναι ότι θα πρέπει να αναζητήσουμε κάποιες αρχέγονες αλήθειες στο παρελθόν. Έτσι, προέκυψε και ο συγκρητισμός. Οι αρχαίες πηγές, αν και διαφορετικές, θεωρήθηκε πως περιείχαν ψήγματα της ίδιας βασικής αλήθειας. Ένα τέτοιο παράδειγμα συγκρητισμού είναι η λεγόμενη «ελληνοχριστιανική παράδοση», που συνενώνει κάτω από την ίδια ομπρέλα δυο πολιτισμούς που υπήρξαν εν πολλοίς ασύμβατοι και για κάποιο διάστημα αντίπαλοι – ώσπου ο δεύτερος να συντρίψει τελικά τον πρώτο, υιοθετώντας τα ελάχιστα πράγματα που τον βόλευαν και καταστρέφοντας τα υπόλοιπα. Δεν χρειάζεται να ακούσετε πάνω από 15 λεπτά οποιασδήποτε εκπομπής του Γεωργιάδη (ή του Βελόπουλου ή του Λιακόπουλου) για να καταλάβετε ότι τα «ελληνοχριστιανικά ιδεώδη» έχουν τον πρώτο λόγο.
Κάτι που απορρέει από τη λατρεία της παράδοσης: η απόρριψη του σύγχρονου πολιτισμού. Όλοι οι φασίστες είναι περήφανοι, βέβαια, για οποιαδήποτε τεχνολογία διαθέτουν – ειδικά αν έχει σχέση με στρατιωτικές εφαρμογές – αλλά στο βάθος η ιδεολογία τους είναι βασισμένη στο «αίμα που έχει ποτίσει τα άγια τούτα χώματα». (Ακούστε τον Γεωργιάδη ή τον Πλεύρη να περιγράφουν τη μάχη του Μαραθώνα, με σπασμένη φωνή και κρατώντας με δυσκολία τα δάκρυά τους). Η απόρριψη του σύγχρονου πολιτισμού συμπαρασέρνει απαραιτήτως την απόρριψη του «παρακμιακού» καπιταλιστικού τρόπου ζωής. Και η παρακμή αυτή, βέβαια, δεν μπορεί παρά να έχει τις ρίζες της στον «επικατάρατο Διαφωτισμό που γέννησε το βδέλυγμα του ορθολογισμού». (Κάτι που λέγεται κατά κόρον από κάθε θρησκόληπτο ακροδεξιό που σέβεται τον εαυτό του.) Κατ’ αυτή την έννοια, ο φασισμός μπορεί κάλλιστα να οριστεί ως ανορθολογισμός.
Ο ανορθολογισμός συνδέεται επίσης με την λατρεία της δράσης για τη δράση. Η δράση είναι ύψιστο ιδανικό για τον φασισμό, και δεν πρέπει να ακολουθεί κάποια λογική σκέψη. Η σκέψη στο φασισμό είναι συνώνυμη με τη θηλυπρέπεια (εξ ου και ο χαρακτηρισμός «κουλτουριαραίοι», που ακούγεται από το στόμα του Γεωργιάδη και του Λιακόπουλου με συχνότητα περίπου 3 φορές το δεκάλεπτο). Η λέξη «διανοούμενος» ισοδυναμεί με βρισιά. Με την εξαίρεση, βέβαια, των «δικών μας» διανοούμενων, που η κύρια ενασχόλησή τους είναι η επίθεση στον σύγχρονο πολιτισμό και στις φιλελεύθερες ιδέες, με το αιτιολογικό ότι έχουν προδώσει τις παραδοσιακές αξίες.
Στον σύγχρονο πολιτισμό, η επιστημονική κοινότητα προωθεί τη διαφωνία ως τρόπο βελτίωσης της γνώσης. Η διαφωνία οδηγεί στον διάλογο. Για τον φασισμό, όμως, η οποιαδήποτε διαφωνία ισοδυναμεί με προδοσία. Εδώ, αρκεί να ακούσετε τον Γεωργιάδη να κάνει πολιτική ανάλυση. Οποιοσδήποτε έχει πει ή κάνει κάτι που δεν συμφωνεί με τις ιδέες του, αποκαλείται εύκολα προδότης, και η πράξη ή ο λόγος του προδοσία. (Προδοσία η μη ανέγερση προτομών, προδοσία η κατάργηση του πολυτονικού, προδοσία η πολιτική κατευνασμού απέναντι στην Τουρκία.) Ο Καρατζαφέρης έχει καταλάβει ότι αυτού του είδους η ρητορική του στοιχίζει σε πιθανές ψήφους, και την έχει μειώσει τελευταία. Γενικότερα, πάντως, η εύκολη χρήση της λέξης αυτής αποτελεί, νομίζω, βασικό χαρακτηριστικό της φασιστικής ιδεολογίας.
Εξάλλου, η διαφωνία αποτελεί δείγμα κοινωνικής πολυμορφίας. Ο φασισμός καλλιεργεί – και μετά εκμεταλλεύεται – τον φυσικό ανθρώπινο φόβο για καθετί διαφορετικό, για καθετί ξένο. Το πρώτο πράγμα που κάνει οποιοδήποτε φασιστικό κίνημα είναι να καταγγείλει τους «ξένους εισβολείς» -- δηλ. τους μετανάστες. Ο φασισμός είναι εξ ορισμού ρατσιστικός. Ακούστε τις κορώνες όλων των προαναφερθέντων για τους «ξένους που έρχονται και κλέβουν τα μεροκάματα των ελλήνων που μένουν εξαιτίας τους άνεργοι», κ.τ.λ. Πράγματα που ακούγονται (ακριβώς τα ίδια) από όλα τα ακροδεξιά κόμματα σε όλη την Ευρώπη και τις Η.Π.Α..
Ο φασισμός εκμεταλλεύεται την ατομική και κοινωνική απογοήτευση. Ένα από τα πιο τυπικά χαρακτηριστικά όλων των φασιστικών καθεστώτων του παρελθόντος ήταν η (επιτυχημένη) προσπάθεια προσεταιρισμού μιας εξαθλιωμένης μεσαίας τάξης που μαστιζόταν από την οικονομική κρίση ή ένιωθε πολιτικά εξευτελισμένη και φοβισμένη από την πίεση που ασκούσαν οι χαμηλότερες τάξεις. Στην εποχή μας, που οι πρώην «προλετάριοι» είναι πλέον «αστοί», ο φασισμός προσπαθεί να αποκτήσει ερείσματα σ’ αυτήν ακριβώς την τάξη. Εξ ου και η προσπάθεια του Καρατζαφέρη να δείξει λίγο «λαϊκοδεξιός», λίγο «κεντρώος» και λίγο «αριστερούτσικος» ταυτόχρονα, φροντίζοντας να αποστασιοποιηθεί από ακραίες δηλώσεις και ενέργειες μελών του ΛΑ.Ο.Σ., να απομακρυνθεί από τον πρώην φίλο του γάλλο φασίστα Λεπέν, και στις συνεντεύξεις του να φαίνεται ευπροσήγορος, πράος και διαλλακτικός. Γι’ αυτό έχει υιοθετήσει και «σοσιαλίζουσα» ρητορική, εκφράζοντας θέσεις που υποψιάζεται πως συμμερίζεται η πλειονότητα των πολιτών.
Επειδή προσπαθεί να προσεταιριστεί τους ανθρώπους που νιώθουν πως δεν έχουν πλέον ξεκάθαρη κοινωνική ταυτότητα, ο φασισμός τους πουλάει το παραμύθι πως το μοναδικό τους προνόμιο είναι ότι έχουν γεννηθεί στην ίδια χώρα. Αυτή είναι και η απαρχή του εθνικισμού. Και, καθώς το μοναδικό πράγμα που μπορεί να δώσει ταυτότητα στην έννοια του έθνους είναι οι εχθροί του, στην ψυχή κάθε φασιστικής ιδεολογίας βρίσκεται μια εμμονή με τις συνωμοσίες, ιδιαίτερα τις διεθνείς. Οι οπαδοί του φασιστικού κινήματος πρέπει να νιώθουν διαρκώς υπό διωγμό. Το απλούστερο που μπορεί να κάνει είναι να υποδαυλίσει την ξενοφοβία τους. Αλλά η συνωμοσία πρέπει να έχει και εσωτερικούς μοχλούς. Οι Εβραίοι είναι ένας εύκολος στόχος, που τελευταία έχει μεταλλαχτεί σε γενικότητες περί «σιωνιστών» (κατά Καρατζαφέρη), «νέας τάξης πραγμάτων» (κατά Λιακόπουλο) και «παγκοσμίων οικονομικών συμφερόντων» (κατά Γεωργιάδη). Μετά από χρόνια ατυχών δηλώσεων από πολλά στελέχη του κόμματός του, έχει πλάκα να βλέπει κανείς τον Καρατζαφέρη να λέει «μα, ορίστε, έχω και Εβραίο υποψήφιο». Έχει πολύ γέλιο επίσης να βλέπει κανείς τον Άδωνη Γεωργιάδη να απεκδύεται μετά βδελυγμίας τον μανδύα του εθνικιστή, και μετά από λίγο να λέει «είμαι οπαδός της Μεγάλης Ιδέας».
Οι οπαδοί πρέπει να νιώθουν ταπεινωμένοι από τον επιδεικτικό πλούτο και την δύναμη των εχθρών. Οι κακοί πλούσιοι έχουν τα πάντα. Οι ισχυροί του διπλανού (εχθρικού) έθνους ζουν παρακμιακά, μέσα στη χλιδή. Οι Εβραιομασόνοι (βλέπε τα «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών», που τους τελευταίους μήνες ο Λιακόπουλος τα έχει μετονομάσει σε «Πρωτόκολλα της Νέας Τάξης», μάλλον γιατί δεν το σηκώνει το στομάχι του να τον αποκαλούν ρατσιστή) είναι ζάπλουτοι και βοηθάνε ο ένας τον άλλο κρυφά. Ταυτόχρονα, βέβαια, οι οπαδοί πρέπει να νιώθουν ότι μπορούν να υπερισχύσουν εύκολα απέναντι σε τέτοιου τύπου εχθρούς (εμ, βέβαια, εκείνοι είναι παρηκμασμένοι, ενώ εμείς εμφορούμαστε από το μεγαλείο των προγόνων). Γι’ αυτό οι φασιστικές κυβερνήσεις είναι καταδικασμένες να χάνουν τους πολέμους τους – είναι ανίκανες να κάνουν μια αντικειμενική εκτίμηση της ισχύος του αντιπάλου.
Για το φασισμό, δεν υπάρχει αγώνας για τη ζωή. Αντίθετα, η ζωή είναι ένας συνεχής αγώνας. Πρέπει να βρισκόμαστε συνεχώς σε κάποιου είδους πάλη. Επομένως, οι ειρηνιστές είναι προδότες. Δεν πρέπει ποτέ να εφησυχάζουμε («μείνετε στις επάλξεις», «γρηγορείτε», «ξυπνήστε» -- Γεωργιάδης). Αυτό, όμως, κατά τον Έκο, παρουσιάζει ένα πρόβλημα. Αφού οι εχθροί πρέπει να ηττηθούν, θα πρέπει να υπάρξει μια τελική μάχη. Μια τέτοια «τελική λύση», όμως, θα σημάνει την αρχή μιας περιόδου ειρήνης, πράγμα που έρχεται σε αντίφαση με το δόγμα της συνεχούς πάλης. Κανείς φασίστας ηγέτης δεν έχει καταφέρει να λύσει αυτό τον κόμπο.
Ένα ακόμη βασικό χαρακτηριστικό του φασισμού είναι ο ελιτισμός. Οι πολίτες του έθνους πρέπει να νιώθουν ανώτεροι, μέλη μιας ανώτερης ράτσας ανθρώπων (να τος πάλι ο ρατσισμός), μέλη ενός ανώτερου πολιτισμού. («Οι Έλληνες είναι οι πιο έξυπνοι και μορφωμένοι άνθρωποι στον κόσμο» -- «όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες οι δυτικοευρωπαίοι ζούσαν στα δέντρα» -- «η ελληνική γλώσσα είναι μητέρα όλων των γλωσσών» κ.τ.λ.). Επίσης, τα μέλη του κόμματος είναι η αφρόκρεμα των πολιτών (εμ, βέβαια, αφού με όχημα το κόμμα «θα επιτύχομεν την επανελλήνισιν»). Όλα αυτά, βέβαια, προϋποθέτουν, δυστυχώς, και την περιφρόνηση προς τους αδύναμους. Ποιοι είναι οι αδύναμοι; Μα, οι δειλοί, οι κουλτουριάρηδες, οι αριστεροί, οι άπιστοι – κάποιοι πρέπει να αποτελούν και τη μάζα, βρε αδερφέ. Ποιους θα κυβερνάμε; Η μάζα είναι αδύναμη και χρειάζεται στιβαρή ηγεσία (εδώ κολλάει και η παραδοσιακή ρήση «ε, ρε, Παπαδόπουλος που σας χρειάζεται»).
Έτσι, δημιουργείται η ιδεολογία του ηρωισμού. Τα παιδιά πρέπει να μεγαλώνουν με πρότυπα, και τα καλύτερα πρότυπα είναι οι ήρωες (πολεμιστές, εννοείται) του ένδοξου παρελθόντος. Για τη φασιστική ιδεολογία, όλοι ανεξαιρέτως πρέπει να προσπαθούν να γίνουν ήρωες. (Φανταστείτε εδώ τον Άδωνη Γεωργιάδη να λέει με στόμφο: «Ο Θεμιστοκλής, ο Περικλής, ο Λεωνίδας, ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Κολοκοτρώνης, ο Καραϊσκάκης, ο Ανδρούτσος…») Αυτή η λατρεία των ηρώων δεν απέχει πολύ από τη λατρεία του θανάτου – αρκεί βέβαια να είναι κι αυτός ένδοξος. Οι ισπανοί φαλαγγίτες είχαν το σύνθημα «viva la muerte” («ζήτω ο θάνατος»). Οι νορμάλ άνθρωποι μαθαίνουν ότι ο θάνατος είναι κάτι δυσάρεστο αλλά, εν πάση περιπτώσει, αναπόφευκτο. Οι φασίστες εκπαιδεύονται να αποζητούν έναν ηρωικό θάνατο, ως επιβράβευση για μια ηρωική ζωή. Ο κλασικός φασίστας ήρωας ανυπομονεί να πεθάνει. Μέσα στην ανυπομονησία του, στέλνει κι άλλους στο θάνατο.
Επειδή ο συνεχής πόλεμος και ο ηρωισμός είναι κάπως δύσκολα πράγματα, ο φασίστας μεταφέρει τον πόθο του για δράση και εξουσία στη σεξουαλική συμπεριφορά του. Κάπως έτσι προκύπτει και η περιφρόνηση προς τη γυναίκα (η οποία εξυμνείται μόνο ως μητέρα – δηλ. γεννομηχανή για την παραγωγή κι άλλων ηρώων), όπως και η καταδίκη «παρεκκλινουσών ερωτικών συμπεριφορών» -- βλέπε ομοφυλοφιλία (την οποία ο Γεωργιάδης καταδικάζει, αρνούμενος μάλιστα να δεχτεί πως ήταν διαδεδομένη στην αρχαία Ελλάδα, ενώ ο αρχηγός του λέει με περισσή υποκρισία «μα, έχω και ομοφυλόφιλο υποψήφιο»). Και επειδή και το σεξ είναι δύσκολο παιχνίδι, ο ηρωικός φασίστας τείνει να παίζει με τα όπλα – έτσι, σαν φαλλικό υποκατάστατο.
Ο φασισμός βασίζεται, μεταξύ άλλων, σε έναν επιλεκτικό λαϊκισμό. Στη δημοκρατία, η συμμετοχή των πολιτών στην πολιτική εκφράζεται ποσοτικά, μέσω της αρχής της πλειοψηφίας. Ο φασισμός, όμως, βλέπει τον λαό σαν ποιότητα, σαν μια μονολιθική οντότητα που εκφράζει την Κοινή Βούληση. Και, επειδή κανένα μεγάλο σύνολο ατόμων δεν μπορεί ποτέ να έχει κοινή βούληση, ο φασίστας ηγέτης προβάλλει ως ο εκφραστής αυτής της (φανταστικής) λαϊκής κοινής βούλησης. Το μόνο που έχει να κάνει ο λαός είναι να παίξει το ρόλο της μάζας. Έτσι, ο λαός γίνεται μια θεατρική φιγούρα, χωρίς καμία εξουσία. Και, όποτε ο ηγέτης κρίνει σκόπιμο, μπορεί να παρουσιάσει μια επιλεγμένη ομάδα πολιτών ως «φωνή του λαού». Λόγω αυτού του, κατά Έκο, «ποιοτικού λαϊκισμού», ο φασισμός πρέπει οπωσδήποτε να είναι κατά των «διεφθαρμένων» κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων. Όποτε ένας πολιτικός ρίχνει σκιά στη νομιμότητα ενός κοινοβουλίου με το αιτιολογικό ότι «δεν εκφράζει πλέον τη φωνή του λαού», (γκουχ!-λέγε με Καρατζαφέρη-γκουχ!) αρχίζει να μυρίζει φασισμό. Πάρτε, για παράδειγμα, την ψύχωση που έχουν τελευταία οι ημέτεροι ακροδεξιοί με τα δημοψηφίσματα. (Μεγάλο θέμα, δεν θα ασχοληθώ τώρα εδώ – όπως επίσης μεγάλο θέμα είναι η υιοθέτηση φασιστικών θέσεων και πρακτικών και από κομμάτι της «αριστεράς» και «ακροαριστεράς» -- τα εισαγωγικά απαραίτητα).
Ο φασισμός μιλάει την οργουελική «Νέα Ομιλία». Αυτή, όμως, είναι διαφόρων ειδών. Στη ναζιστική Γερμανία και τη φασιστική Ιταλία, στα σχολεία διδασκόταν ένα στοιχειώδες λεξιλόγιο και μια στοιχειώδης σύνταξη, ώστε να περιοριστεί η δυνατότητα σύνθετης και κριτικής σκέψης. Οι δικοί μας φασίστες ακολουθούν μια πιο σύνθετη τακτική, με τον ίδιο στόχο, φυσικά. Ο Άδωνης Γεωργιάδης εκδίδει και πουλάει έργα των αρχαίων ελλήνων συγγραφέων. Ουδέν μεμπτόν, και μπράβο του. Θα ‘λεγε κανείς ότι αυτή είναι μια ενέργεια που προάγει την κριτική σκέψη. Αμ, δε! Ταυτόχρονα, πουλάει και βιβλία φτηνής αρχαιοελληνικής μεταφυσικής (δια χειρός Αλτάνης), Παλαμά (όχι γιατί του αρέσει η ποίηση αλλά γιατί ο Παλαμάς εμφορείται, όπως και ο ίδιος, από το πάθος της Μεγάλης Ιδέας), Παπαρηγόπουλο (την πιο εθνικιστική θεώρηση της ιστορίας), Νόννο (μυθολογική επική ποίηση που ο ίδιος προωθεί ως «εναλλακτική ιστορία"), παραγλωσσολογία (Τζιροπούλου – «πώς η ελληνική γονιμοποίησε τον παγκόσμιο λόγο» και άλλες τέτοιες φαντασιώσεις), και τους «αγίους της πίστεώς μας» του Καρατζαφέρη. Και οι έτεροι τηλεβιβλιοπώλες – Λιακόπουλοι, Βελόπουλοι κ.τ.λ.; Εκεί, πια, βασιλεύει η συνωμοσιολογία, ο (συγκαλυμμένος, πλέον) αντισημιτισμός, η διαιώνιση εθνικών περιαστικών μύθων, ο φόρος τιμής στους ήρωες του ένδοξου παρελθόντος (για να μην ξεχνιόμαστε) και η παρουσίαση βιβλίων επιστημονικής φαντασίας ως σημαντικών κειμένων που περιέχουν κρυφή γνώση που κάποιοι (ποιοι, άραγε;) θέλουν να κρατήσουν στην αφάνεια.
Ο πονηρός (τύπου Καρατζαφέρη) φασισμός στις μέρες μας είναι «πολιτικά ορθός». Δεν μιλά πλέον ανοιχτά για πάταξη των Εβραίων, για ψυχοθεραπεία των ομοφυλόφιλων, για περιορισμό της γυναίκας στο κρεβάτι και την κουζίνα, για εθνοκαθάρσεις, για απέλαση όλων των ξένων («θα κρατήσω όσους χρειάζομαι»), για στρατιωτική απελευθέρωση των «αλύτρωτων πατρίδων» και άλλα τέτοια ωραία. Προσπαθεί να τα συγκαλύψει κάτω από γενικότητες και αβρότητες, και μια επίφαση προσήλωσης στα δημοκρατικά ιδεώδη. Παρακολουθήστε τις συνεντεύξεις του Καρατζαφέρη – θα είναι όλο και συχνότερες, λόγω της υποψηφιότητάς του (λέγε με σκοπιμότητα) για τη νομαρχία Θεσσαλονίκης, και λόγω της ανόδου των ποσοστών του ΛΑ.Ο.Σ.. Αν δεν σταθείς σε κάθε φράση του για να τη σκεφτείς για ένα-δυο λεπτά, σε πείθει! Και, δυστυχώς, πάρα πολλοί τηλεθεατές (συμπολίτες μας, δηλαδή) δεν κάθονται να σκεφτούν τι ακριβώς ακούνε. Ο Καρατζαφέρης, όπως κάθε φασίστας που σέβεται τον εαυτό του, δεν απευθύνεται στο λογικό του ακροατή, αλλά στο θυμικό. Εγώ του εύχομαι να μπει κάποτε στη βουλή – ο κόσμος που εκπροσωπεί έχει κι αυτός δικαίωμα έκφρασης. Αλλά ας σταματήσει κάποτε το παραμύθι. Δεν μπορείς να έχεις υπό την σκέπη σου όλους σχεδόν τους έλληνες ακροδεξιούς και να το παίζεις «λίγο απ’ όλα». Καλά έλεγε ο Γιάννης ο σαλονικιός: Θυμίζει το χασάπη που κλέβει στο ζύγι…
This short article will outline the fate of the Pontian Greeks who lived
along the southern shores of the Black Sea in the period 1921-22. American
personnel of the Near East Relief based in Sivas passed information on to
the Allied High Commissioners in Constantinople of atrocities committed by
the Kemalists.There is no doubt the Kemalists pursued a systematic policy
of genocide against the Pontian Greek population.
Arnold Toynbee, the British historian and correspondent of the Manchester
Guardian newspaper in 1921, mentioned that during the months of June -
September 1921, the Kemalists arrested many Greeks in the Pontus region
believing that a Pontian revolutionary movement was to link up with the
Greek army to attack the capital of Nationalist Turkey, Angora. In order to
safeguard its military position, the Angora administration deported Pontian
Greeks into the Anatolian interior. There were four factors which possibly
influenced the decision of the Angora regime. These were - (1) they were
seeking revenge for Greek atrocities committed against Moslems in early
1921 in the Yalova-Guemlik districts of the Ismid Peninsula. An
inter-allied commission appointed by the Entente - Britain, France and
Italy- delivered a critical report of the Greek administration in Ismid;
(2) the Greek navy shelled Black Sea towns which contained Turkish
ammunition dumps. These dumps were considered legitimate targets by the
Greek navy; (3) the Turks feared a Greek military invasion along the Black
Sea coast proceeding inland, thus threatening the security of Angora. Such
a manoeuvre could have been considered by the Turks as part of the overall
Greek strategy to occupy Angora; and finally the Greek navy might drop arms
and munitions for the local Greek population or revolutionary organisation
to use against the Kemalists. It could be argued that Angora considered a
Greek military or naval assault along the Black Sea coast as posing a
serious threat to its security.
Even if a Pontian revolutionary organisation staged an insurrection against
the Kemalist regime in the middle of 1921 Angora had the right to arrest
the ringleaders of this movement and charge them with treason. Such a
conspiratorial organisation, however, did not exist in Pontus at this time.
The Greek military plan to occupy Angora in August/September 1921 gave the
Kemalists the opportunity to settle the problem of Christian populations
under its authority once and for all.
Turkish regular forces and chetes (guerilla bands) burned down many
Christian villages. Some individuals were arrested on the false charge of
belonging to a secret society named "Pontos." On the other hand, the
massacres and deportations of men, women and children into the Anatolian
interior by the Kemalists could not be justified under any circumstance.
In 1921 Monsignor Nicholas, Acting Metropolitan Ecumenical Patriarch of
Cesearea, tried unsuccessfully to involve the League of Nations and Great
Britain to stop the deportations and massacres in Pontus. On November
13/26, he appealed to the League of Nations requesting that it take the
necessary measures to protect the Greeks from Turkish reprisals. In his
communication, Monsignor Nicholas mentioned that massacres had taken place
in Bafra, Merzifun, Kavak, Hafza and Alatsam.
The " Tribunals of Independence" set up by the Kemalists sentenced to death
and executed prominent community members such as doctors, lawyers, profe
ssors, bank directors, prominent businessmen and clergy. This was one
method of destroying the leaders and intellectuals of a minority group.
However Monsignor Nicholas's appeal failed, as the League did not possess
the material resources to assist these people.
On October 15, Sir Horace Rumbold , the British High Commissioner in
Constantinople, met Monsignor Nicholas where the latter requested that
Britain send ships to the Black Sea to collect the Greeks from Pontus and
save them from wholesale deportation and extermination. While Britain may
have been sympathetic to such appeals, she was not interested in violating
her neutrality in the Greek-Turkish conflict or fighting the Turkish
Nationalists. Rumbold, however, warned Hamid Bey, the Angora representative
in Constantinople, that the Angora Government should adopt a policy of
moderation towards its minorities, otherwise public opinion might not be so
favorable at a time when Britain was about to release interned Turkish
prisoners held in Malta. It should also be noted that the Constantinist
regime was unpopular with politicians and the press in Entente capitals.
The deportation of Pontian Greeks continued in 1922. This information was
based on reports received from American relief workers in Sivas. Dr Ward
of Near East Relief informed Rumbold that the Turks continued their "
deliberate plan to get rid of minorities" where the deportees were
assembled at Amasia from the regions between Samsoun and Trebizond. They
were then marched off to Erzeroum, Van, Bitlis and Sari kamish in Eastern
Anatolia to join the labor battalions, where many of them perished before
reaching their final destination. Rumbold passed this information on to
Lord Curzon at the Foreign Office in London. The Angora authorities
dismissed Ward's statement as a lie that was intended to portray Turkey in
a negative light.
On May 12, 1922 Lord Curzon, the British Foreign Secretary, decided that an
impartial team of allied officers should be despatched to Trebizond or
Black Sea Ports to investigate the American accounts of Turkish
deportations of Greeks. The French, Italian and American Governments
agreed on May 17, 19 and June 3, respectively, to the British proposals to
appoint representatives to these commissions of enquiry. It was further
agreed that the commissions should proceed to investigate alleged outrages
in both Greek and Turkish occupied areas of Thrace and Anatolia.
Britain changed its policy of replacing the allied commissions of enquiry
with a neutral organisation out of deference for its French ally. The
French believed that Angora would not accept the allied commissions of
enquiry.
Warren Harding, U.S. President, and Charles E. Hughes, U.S. Secretary of
State, agreed with the British proposal that the International Red Cross
(IRC) was the best organisation to conduct such impartial enquiries.
The IRC would not undertake such a mission without the provision of fina
ncial assistance from the Entente and the United States. By early August,
French Premier Poincare objected to the appointment of neutral delegates to
the Red Cross Mission and raised difficulties over the French share of the
expenses. The French probably reasoned that the Red Cross might produce an
unfavorable report which could show them to be partial to the Turks and
indifferent to the plight and suffering of Christian minorities in Pontus.
After all, the French supported and supplied the Kemalists with war
material, but were also in a position to influence Angora to moderate its
harsh policy against the Christian populations.
Poincare pointed out that any French expenses would require the approval of
the French Parliament. Curzon reminded the French Premier that they had
originally accepted in May the British proposal of sending commissions to
investigate the alleged atrocities. The French employed their customary
stalling tactics to slow down and frustrate the British initiative. Such a
ploy on the part of the French could only benefit the Kemalists final
offensive against the Greeks in late August.
Finally by early September, the British, Italian, French and American
Governments had undertaken to contribute their share of the funds towards
the proposed atrocities enquiry. Eager to commence its task, the Red Cross
sought the permission of the Angora and Greek Governments' to proceed with
the enquiry. Athens replied on September 4 granting its permission,
whereas Angora failed to respond to the Red Cross request. It is clear that
Angora did not want the IRC to report of atrocities committed on Pontian
Greeks in its area of control.
The Persian delegation, acting on behalf of the Angora Government, raised a
motion on September 18 and duly adopted by the League Assembly which urged
the League Council to send a commission of enquiry to investigate alleged
atrocities in Thrace and Asia Minor. As far as the Greeks were concerned,
they had nothing to hide regarding the treatment of minorities and would
have welcomed the commission of inquiry to Thrace. On September 19
Giorgios Streit, President of the Greek delegation to the Assembly, sent a
note to the Secretary-General of the League questioning the Persian action
on three grounds. In the first case, the Angora Government was not even
recognised as a state by members of the League. Next, he questioned the
admissibility of the procedure adopted by Persia to act on behalf of a
non-member state. Finally, he pointed out that the enquiry over the
alleged atrocities never took place owing to the intransigence of the
Angora Government. Streit was correct in criticising the actions of the
Persian delegation but this did not assist Greece with the problems of
coping with the influx of thousands of refugees.
In conclusion nothing could be done to assist the Pontian Greeks and so
were to be included in the future compulsory exchange of populations
between Greece and Turkey. The powers did nothing to halt the deportations
and massacres of the Pontian Greeks. They simply used the commissions of
enquiry as a smokescreen to hide behind their inaction and too simply pass
the buck on to the IRC. The Entente ( Britain, France and Italy) and the
United States were not interested in becoming involved in a war with
Kemalist Turkey.